δίαρσις

δίαρσις
(-εως) η уст. поднятие

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужна курсовая?

Смотреть что такое "δίαρσις" в других словарях:

  • δίαρσις — raising up fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διάρσει — δίαρσις raising up fem nom/voc/acc dual (attic epic) διάρσεϊ , δίαρσις raising up fem dat sg (epic) δίαρσις raising up fem dat sg (attic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • CAESIM — quae fit pugna, ἡ εν καταφορᾶς μάχη, Polybio dicitur l. 17. de Romanis, τῇ μαχαίρᾳ δ᾿ εν καταφορᾶς ποιεῖςθαι την` μάχην: sicut quae punctim fit, ἡ εν διερσεως, Ibid. Eo quod ex alto deferatur ensis, cum caesim ferire adversarium cupimus. Eadem… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • PUNCTIM — et Caesim, termini palaestrae. Et quidem, quae punctim ferit, μάχη ἐκ δίερσεως, quae caesim, ἐκ καταφορᾶς dicitur apud Polybium, l. 17. Τῇ μαχαίρᾳ δ᾿ ἐκ καταφορᾶς καὶ διέρσεως ποιεῖςθαι τὴν μάχην, de Romanis, gladiô caesim punctimque ferire.… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • δίαρση — η (Α δίαρσις, εως) ανύψωση …   Dictionary of Greek

  • διάρσεως — διάρσεω̆ς , δίαρσις raising up fem gen sg (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»